Skip to content

Ο Παναγούλης Ζη !

Μαΐου 2, 2010

Πρωτομαγιά 1976. Τα «αποσυνάγωγα» μέλη του σωματείου των λιθογράφων, κάποιοι τροσκιστές, (Χήληδες και Παμπλικοί αντάμα), λίγα πεκινουά, λάτρεις του μεγάλου τιμονιέρη που είχαν αντικαταστήσει την καινή διαθήκη με το κόκκινο δευτέρι που το διάβαζαν κατά πάσης νόσου, κι άλλοι ελάχιστοι αναρχοσυνδικαλιστές είχαμε συζητήσει κι αποφασίσει να βρεθούμε το πρωί στα Προπύλαια. Η Πρωτομαγιά ήταν μια γιορτή εργατική κι έτσι έπρεπε να μείνη γιορτή των συνειδητών εργατών -έτσι μας λέγαμε- γι αυτό το λόγο έπρεπε να γιορταστή όπως εμείς το καταλαβαίναμε, όπωσδήποτε όμως χώρια από τους «εσταυλισμένους», δηλ. τα κομματόσκυλα του ΚΚΕ και τα «δουλάκια» του Αντρέα…..Τα σκληρά οικονομικά μέτρα του Καραμανλή (του αυθεντικού. Ο άλλος, ο μετέπειτα καταστροφέας της χώρας, δεν υπήρχε ούτε ως υποψία ακόμα) είχαν και τότε εξαγριώσει τους εργάτες, που διαβλέποντας το παιχνίδι στο σωματείο που παιζόταν σε μια τσόχα που άλλαζε χρώμα, πότε κόκκινη πότε πράσινη μα πάντα επικίνδυνη για όσους δεν ήταν στο μαντρί, έπρεπε να διαχωρίσουμε τη θέση μας απ’ όλους αυτούς. Παρόντες η πλειοψηφία των «λος αφισσαδόρες» της ΠΑΣΚΕ όπως κι οι κουκουέδες, που μας κοίταζαν με μισό μάτι, σαν το λύκο που ξερογλύφεται κυαλάροντας το παχουλό γουρουνάκι. Γρήγορα κατάλαβαν με τις ευγενείς φροντίδες κάποιων από μας που τους πλησίασαν και τους ψιθύρισαν απλά: «Ούτε να το σκεφτήτε…» κι έτσι δεν άρχισαν τις συνήθεις προκλήσεις

Θυμάμαι τη Ν., έγγυο τότε 6 μηνών, η οποία παρόλο που έκοβε τις φλέβες της για τον Αντρέα, ήρθε κι αυτή μαζί, παρόλο που ήξερε ότι όπου βρισκόμαστε εμείς η προβοκάτσια ήταν περισσότερο από πιθανή και υπήρχε κίνδυνος. Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που την έκανε να έρθη μαζί μας, όμως ήρθε.

Κάποια στιγμή φάνηκε ο Γ.Κ., με το στρατιωτικό σακίδιο κρεμασμένο στον δεξί ώμο και το γνωστό τζάκετ. (Θυμάμαι ότι οι αριστεροί τότε φορούσαμε το χακί περισσότερο κι από τους ίδιους τους φαντάρους). Μόλις μας είδε με τον Π. και το Γ.Φ. μας πλησίασε συνοφρυωμένος. Μας κοίταζε μ’ ένα βλέμμα που δεν είχα ξαναδεί ποτέ στο πρόσωπό του, που το είχα μάθει γαλήνιο και χαμογελαστό. Είχε χάσει το συνηθισμένο ειρωνικό χαμόγελο κι ήταν άσπρος σαν άγραφο χαρτί.

– Τη νύχτα σκοτώσανε τον Παναγούλη.

Έτσι χωρίς περιστροφές, όπως λέει ο ποιητής: «σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις να μην τις παίρνει ο άνεμος».

Παγώσαμε! Κοιταχτήκαμε άφωνοι κι ασπρίσαμε κι εμείς. Μούδιασμα μας παρέλυσε. Ο Παναγούλης πέθανε; Μα πως… Δεν πεθαίνουνε ρε οι Παναγούληδες, δεν το πιστεύω…

– Κ., άσε τις μαλακίες.
– Αλήθεια είναι. Μόλις το είπανε στο ράδιο.
– Μα ποιός το έκανε… Πως…
Εκεί έσκασε χαμόγελο. Πικρό χαμόγελο, όπως όταν ακούς το νέο -άθεος εσύ και διαλεκτικός υλιστής- ότι άγνωστοι σου σκοτώσανε τη μόνη πιθανή θρησκεία, την ελπίδα…
– Τροχαίο… Τι άλλο, έτσι δεν γίνεται πάντα;

Το νέο κυκλοφόρησε αμέσως. Εν ριπή οφθαλμού το άσπρισμα των προσώπων έγινε κοκκίνισμα, η έκπληξη οργή, το μούδιασμα υπερκινητικότητα.

«Όχι κουφάλες, αυτό δεν θα περάση έτσι». Δεύτερη φορά η πρωθυπουργία του Καραμανλή βάφεται με αίμα αγωνιστή… Τρίτη; έστω τρίτη, μα αυτή τη φορά δεν είναι το ίδιο. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με το χαμό ενός ρομαντικού ειρηνάκια, ούτε με το θάνατο ενός διαδηλωτή.

Σκοτώσανε τον αγωνιστή κατά της τυραννίας. Σύμβολο μοναδικό στη νεώτερη ιστορία, μοναδικό από τότε εκείνα τα πολύ παλιά χρόνια του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα. Πάνω, πέρα και μακρυά από όποια κοσμοθεωρία. Εξανεμίστηκαν οι διαφορές. Τι ΠΑΣΟΚ, τι ΚΚΕ, τι 4η Διεθνής και μαλακίες… Ο χαμός του Παναγούλη τα έσβυσε όλα και σήκωσε μόνο μια φωνή:

«ΦΟΝΙΑ, ΦΟΝΙΑ, ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ!!!»

Το τι επακολούθησε είναι πέρα από κάθε περιγραφή. Συνήθως σε κάθε διαδήλωση, σε κάθε πορεία υπάρχουν οι γνωστοί προβοκάτορες. Σ’ αυτή την περίπτωση δεν χρειάστηκε να δράσουν. «Προβοκάτορες» είχαμε γίνει όλοι. Μάρμαρα, πλάκες, πέτρες (που τις βρήκαμε;) και πολλά νεράτζια άρχισαν να πέφτουνε βροχή στους αστυνομικούς που είχανε σταθή άτακτο κι άπραγο μπουλούκι απέναντι, σίγουρα κι αυτοί το ίδιο μ’ εμάς ταραγμένοι απ’ το νέο κι αμήχανοι. Έλα όμως που στα μάτια τα δικά μας ήτανε το Κράτος-φονιάς.

«Ο ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ ΖΗ»

Ούτε αιτήματα, ούτε συνθήματα για ψωμιά, παιδείες, ελευθερίες, ούτε «νόμος είναι το δίκιο του εργάτη»… Τίποτα απ’ όλα αυτά. Τι να τα κάνης; Εδώ σκοτώσανε τον ΕΛΛΗΝΑ κι εμείς θα σκεφτόμαστε ψωμιά και δίκια του ζευγμένου αυτοκαταστροφικού θύματος; Ό,τιδήποτε μας φαινότανε λίγο και φτηνό μπροστά στην απώλεια του Ήρωα.

Σε λίγο, κι αφού έκριναν ότι η Πρωτομαγιά γιορτάστηκε αρκετά, το ΠΑΣΟΚ έδωσε σήμα για να αποχωρήσουν τα… καλά κι υπάκουα παιδιά του, το ίδιο και το ΚΚΕ. Επιτέλους μόνοι.

Μόλις αυτοί την έκαναν «αγωνιστικά», νάσου το ιππικό. Οι αύρες και πίσω τα ΜΑΤ. Ο Καραμανλής αποφάσισε να δείξη ποιός είναι τ’ αφεντικό. Κι άρχισαν τα δακρυγόνα και το ξύλο το πολύ. Τέτοιο ξύλο δεν ξαναείδα ποτέ πριν ή μετά.

Οι μπάτσοι πανω στις αύρες σημάδευαν και έριχναν τα βλήματα των δακρυγόνων κατ’ ευθείαν επάνω μας. Μετά τις βολές έκανε προέλαση το πεζικό, δηλ. τα ΜΑΤ και λιάνιζαν αδιακρίτως. Τι άσυλο πανεπιστημιακό και αηδίες. Η εντολή τους ήταν να μας αποδεκατίσουν.

«ΝΑ ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ»

Η Ν., υπενθυμίζω έγγυος 6 μηνών, δέχεται επίθεση από τα ΜΑΤ αφού δεν μπορεί να τρέξη να γλυτώση. Τη βλέπω από μακρυά και τρέχω αδιαφορώντας για το μένος των καταδίκων του κοινού ποινικού δικαίου, που τους φόρεσε ο Καραμανλής στολή αστυνομικού κα τους εξαπέλυσε κατά της «εξαθλιωμένης αλητείας, την οποία υποκινούσαν τα γνωστά ανθελληνικά κέντρα», δηλαδή εμάς που δεν γουστάραμε αυτόν και τη δική του χούντα. Έτρεξα και έπεσα επάνω της γκαρίζοντας μ’ όση δύναμη μου επέτρεπε το λαχάνιασμα και το πνίξιμο απ’ τα δακρυγόνα:

– Είναι έγγυος, ρε σεις! Μη τη χτυπάτε! Μη τη χτυπάτε, ρεεεε!

Σιγά μην πτοούσε τους ένστολους εγκληματίες η γκαστριά της Ν. Ευτυχώς που έτσι όπως είχα πέσει επάνω της, οι περισσότερες γκλομπιές πέσανε σε μένα. Πόνοι φοβεροί. «Κάνε τη πεθαμένη για να φύγουν». Πράγματι στη φούρια τους μας άφησαν και συνέχισαν παραπέρα. Περιμέναμε λίγο να απομακρυνθή κι ο τελευταίος και την πήρα αγκαλιά κατηφορίζοντας την Πανεπιστημίου.

«Πάμε στα γραφεία του Κινήματος να κρυφτούμε» μου λέει. Σιγά μην είχα κι άλλη επιλογή. Περιέργως πως κατηφορίσαμε την Πανεπιστημίου προς τα γραφεία του ΠΑΣΟΚ που στεγαζόταν τότε στο ίδιο κτίριο με την Ελευθεροτυπία, χωρίς άλλο ξύλο. Στην Πεσματζόγλου οι ΜΑΤαιοι είναι απασχολημένοι και δεν μας προσέχουν. Έχουν στριμώξει και λιανίζουν στο ξύλο το δημοσιογράφο Γιώργο Βότση και τη Νανά Νταουντάκη.

Κρατάω τη Ν. απ’ το χέρι και αισθάνομαι ότι τρέμει. Τα χρειάστηκα… Λες να αποβάλη τώρα; Και τι γίνεται, τι κάνουμε σ’ αυτή τη περίπτωση;

Με τα πολλά φτάσαμε στο κτίριο και μπήκαμε μέσα. Όλο το κλιμακοστάσιο πήχτρα από τα παιδιά που βρήκαν εκεί καταφύγιο. Ανεβαίνουμε τα σκαλιά και μπαίνουμε μέσα. Τη Ν. τη γνωρίζουν όλοι, αλλά εγώ είμαι άγνωστος. Βλέποντας όμως ότι είμαι μαζί της και την κρατάω απ’ το χέρι νομίζουν ότι είμαι μάλλον ο άντρας της και δε λένε κουβέντα, με κοιτάζουν όμως εξεταστικά. Βέβαια το σκισμένο πουκάμισο κι ο ματωμένος αγκώνας δεν είναι και τα καλύτερα… κρεντένσιαλς για να μπεις τα γραφεία ενός καθωσπρέπει Κινήματος με διακηρύξεις της Γ’ Σεπτέμβρη, με στελέχια δοκιμασμένα στους κοινωνικούς αγώνες και άλλα τέτοια σημαντικά… (Κι άσε το χαζό πατέρα μου που τους έλεγε δηλωσίες και λούμπεν στοιχεία μιας ξεφτιλισμένης αριστεράς, απόβλητα του ΚΚΕ).

Κάποια στιγμή πήρε το μάτι μου να περνάει στο διάδρομο ο Γ.Χ., συνδικαλιστάρα των λιθογράφων (Τὸ τί δὲν πρόδωσες ἐσὺ νὰ μοῦ πεῖς), παλιός τροτσκιστής αλλά τώρα πια αριστήνδην βουλευτής του ΠΑΣΟΚ. Τον ήξερα καλά και με ήξερε κι αυτός μιας και δουλεύαμε στο ίδιο μαγαζί, εκτός από τη δραστηριότητά μας στο σωματείο. Το ακολούθησα με τα μάτια και τον είδα να μπαίνει σε μια πόρτα. Πήγα και χτύπησα. «Εμπρός!» απάντησε η άξεστη φωνάρα του. Άνοιξα και μπήκα.

– Γειά σου Γ.
– Πως από δω; (Λες και βρεθήκαμε τυχαία).
– Είδα το αληθινό φως και μπήκα… Ρε Γ., πλάκα μου κάνεις; Πέφτει ξύλο άγριο, σίγουρα θα υπάρχουν και σκοτωμένοι εκεί έξω. Έφερα και τη Ν. που τη χτύπησαν οι Ματατζήδες. Ευτυχώς εκτός από την ταραχή που πήρε είναι καλά.
– Ξέρεις συνάδελφε, πριν από λίγο τηλεφώνησε ο Πρόεδρος και είπε ότι όσοι δεν είναι μέλη του Κινήματος να φύγουν απ’ τα γραφεία. Καταλαβαίνεις…
– Τι να καταλάβω; Ότι με πετάς στ’ άγρια θηρία;
– Λυπάμαι δεν είναι δική μου απόφαση. Εντολή του Προέδρου είναι…
Εκεί πετάχτηκε κι η Ν. που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν αμίλητη.
– Αν διώξης το Σπύρο, τότε θα φύγω κι εγώ.
– Ν., δε γίνεται αλλιώς. Μόνο τα μέλη είπε ο Πρόεδρος.
– Πόσο κάνει μια συνδρομή, ρε συνάδελφε; Να σας τη πληρώσω να μου δώσετε πολιτικό άσυλο. Απάντησα με ειρωνεία.
Η στάση του όμως ήταν «αυτοκρατορική».
– Συνάδελφε, όπως τα ‘παμε. Λυπάμαι.

Ξαναπήρα τη Ν. απ’ το χέρι και βγήκαμε στην Πανεπιστημίου. Στα Χαυτεία δυο αύρες φιλοδωρούσανε τους διαδηλωτές με άφθονα δακρυγόνα. Ευτυχώς δεν μας έδωσαν σημασία, ήταν απασχολημένοι με τους απέναντι που κραύγαζαν:

«Ο ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ ΖΗ»

Ευτυχώς ο ηλεκτρικός λειτουργούσε. Την πήγα μέχρι το σπίτι της και γύρισα στο δικό μου με τη σκέψη ότι τώρα πια ήξερα ποιό είναι το ΠΑΣΟΚ, ποιός είναι ο Πρόεδρός του, κι ακόμα χειρότερα με το κενό, που το ‘νοιωθα μέσα μου, το κενό που από τότε έμεινε να χάσκη στη ψυχή μου, μια μαύρη τρύπα που καταπίνει λόγια και ιδέες πολιτευτών και τις εξαφανίζει στο πι και φι.

Κι η διαπίστωση ότι τώρα πια η πολιτική ζωή στη χώρα αυτή δεν θα είναι πια η ίδια χωρίς τον Παναγούλη.

Και είχα δίκιο. Δεν ήταν πια ποτέ.

Αληθινή ιστορία απ\’ τον Σπύρο Μ. δημοσιευμένη στο facebook

Advertisements

From → Ιστορικά

Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: